ολόφωτος


ολόφωτος
-η, -ο (Μ ὁλόφωτος, -ον)
γεμάτος φως, κατάφωτος, καταφωτισμένος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το ολόφωτο
φυσ. φωτιστική συσκευή που όλο το φως της συλλέγεται με φακούς και κατευθύνεται με ανακλαστήρες προς ορισμένη κατεύθυνση.
επίρρ...
ολόφωτα
με πολύ φως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)-* + φῶς, φωτός (πρβλ. αυτό-φωτος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ολόφωτος — [олофотос] εκ. залитый светом, сияющий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ολόφωτος — η, ο ο απόλυτα φωτισμένος, κατάφωτος, ολοφώτιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • всесвтлый — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  прил. (греч. ὁλόφωτος) блистающий светом.    …   Словарь церковнославянского языка

  • εριαυγής — ἐριαυγής, ές (Α) πολύ λαμπρός, φωτεινότατος, ολόφωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + αυγής (< αυγή ή αμάρτυρο *αύγος πρβλ. ηλιαυγής] …   Dictionary of Greek

  • κατάφωτος — η, ο γεμάτος φως, άπλετα φωτισμένος, ολόφωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φωτος (< φῶς, φωτός), πρβλ. αυτό φωτος, διά φωτος] …   Dictionary of Greek

  • ολ(ο)- — (ΑΜ ὁλ[ο] ) α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. όλος και προσδίδει στο β συνθετικό τη σημ. τού ολόκληρου, τού ακέραιου (πρβλ. ολο μελής, ολό σωμος, ολό ψυχος). Το σύστημα τών συνθ. με α συνθετικό ολ(ο) …   Dictionary of Greek

  • ολόφεγγος — η, ο (Μ ὁλόφεγγος, η, ον) 1. αυτός που φέγγει ολόκληρος, ολόφωτος 2. (για τη νύχτα) αίθρια, αυτή που δεν έχει σύννεφα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο) * + φεγγος (< φέγγος), πρβλ. αστρό φεγγος] …   Dictionary of Greek

  • περίαυγος — ον, Α αυτός που φωτίζεται ολόγυρα, ολόφωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + αυγος (< αὐγή), πρβλ. έξ αυγος] …   Dictionary of Greek

  • πλησιφαής — ές, ΝΜΑ 1. (για τη σελήνη) γεμάτος φως, ολόφωτος, ολόγιομος 2. φρ. «πλησιφαής σελήνη» πανσέληνος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. τού τύπου τερψίμβροτος, < θ. πλησ(ι) τού πίμπλημι (πρβλ. αόρ. ἔ πλησ α) + φαής (< φάος / φῶς), πρβλ. αυξι φαής, λειψι φαής] …   Dictionary of Greek

  • φως — Ημερήσια ελληνική εφημερίδα του Καΐρου, που ιδρύθηκε το 1903 και εκδίδεται μέχρι σήμερα. Ιδρυτής και πρώτος διευθυντής ο Στ. Ευσταθιάδης. Με τον ίδιο τίτλο κυκλοφόρησε εβδομαδιαία εφημερίδα στο Αγρίνιο (1927 35) με ιδρυτή τον Μ. Τζάνη. * * * ωτός …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.